ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 2020

Στο παρόν αρχείο παρουσιάζονται περιλήψεις επιστημονικών άρθρων για θέματα Κλήρονομικών Εκφυλιστικών Παθήσεων του Αμφιβληστροειδούς – ερευνητικά δεδομένα (περίοδος β’ εξάμηνο 2020) για ενημέρωση ασθενών και φορέων.

Σημείωση: Ολα τα κείμενα εχουν μεταφραστεί και αποδοθεί στα Ελληνικά για την Πανελλήνια Ένωση Αμφιβληστροειδοπαθών  από τον πρόεδρο κ.  Στρατή Χατζηχαραλάμπους.

Περιεχόμενα

1. Υβριδική τηλεϊατρική σε κλινική αμφιβληστροειδούς για παροχή υπηρεσίων σε ασθενών λόγω έκθεσης και καραντίνας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19. 3

2. Μια πρόταση για ταξινόμηση του εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς σε νωτιαιοπαρεγκεφαλιδική αταξία 7 5

3. Ρετινοπάθειες στη νόσο Αλτσχάιμερ: Βλέποντας μια ασθένεια στα μάτια. 7

4. Πρόοδος στην κατανόηση των μηχανισμών εκφύλισης του αμφιβληστροειδούς. 9

5. Τυφλοί ασθενείς με κληρονομικό εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς σε τελικό στάδιο: πολυτροπική απεικόνιση υποψηφίων για τεχνητή προσθετική του αμφιβληστροειδούς. 11

6. Παρατεταμένα διαστήματα θεραπείας για ασθενείς με υγρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας  (WAMD/YΗEΩΚ) με υψηλές ανάγκες: ενημέρωση για τον κίνδυνο κατά τη διάρκεια του COVID-19 – δεδομένα από πραγματικά στοιχεία. 13

7. Τα συμπληρώματα διατροφής με φλαβονοειδή αυξάνουν τη δραστηριότητα της νευροτροφίνης για τη ρύθμιση της φλεγμονής σε γενετικές ασθένειες του αμφιβληστροειδούς. 15

8. Μακροπρόθεσμα αποτελέσματα σε ξηρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (ΞΗΕΩΚ) μετά από παρεμβάσεις αποκατάστασης χαμηλής όρασης. 16

9. Καθοριστικοί παράγοντες στην επιλογή αρχικής θεραπείας για διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας (ΔΟΩΚ) 18

10. Η στοχευμένη με χρήση λέιζερ διοχέτευση γονιδίων σε αμφιβληστροειδή με εκφύλιση βελτιώνει τη λειτουργία του αμφιβληστροειδούς. 21

11. Αυτοφθορισμός αγγείων του χοριοειδούς στην κρυσταλλική δυστροφία του Bietti. 22

12. Απόφραξη κεντρικής αμφιβληστροειδικής φλέβας σε ασθενή με λοίμωξη COVID-19 ως υποθετική αιτιολογία 24

13. Αποτελεσματικότητα της αποκατάστασης της χαμηλής όρασης με χρήση μικροπεριμετρικής ακουστικής βιοανάδρασης σε ασθενείς με κεντρική απώλεια όρασης. 25

14. Μια διερευνητική μελέτη για την αξιολόγηση των τελικών σημείων της οπτικής λειτουργίας σε μη προχωρημένα στάδια της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας (ΣΗΕΩ) 27

15. Διερεύνηση αναστολέων της καλλικρεΐνης στο πλάσμα για τη θεραπεία του οιδήματος της διαβητικής ωχροπάθειας (ΟΔΟ): αξιολόγηση από ειδικούς 29

16. Απόφραξη κεντρικής αμφιβληστροειδικής φλέβας σε ασθενή με λοίμωξη COVID-19 ως υποθετική αιτιολογία 31

17. Η μείωση σε μικρό χρονικό διάστημα των εξωτερικών τμημάτων των ραβδίων συνοδεύουν την καταστροφή των φωτοϋποδοχέων στη Χοροδεραιμία. 32

18. Τεκμηρίωση για την επίδραση της δυσλειτουργίας συμπληρωμάτων στην εξωτερική στιβάδα του αμφιβληστροειδή σε οφθαλμούς που πάσχουν από τη νόσο stargardt 34

19. Είναι οι γάμοι μεταξύ συγγενικών προσώπων που ευθύνονται για το σύνδρομο Usher τύπου 1, μια σπάνια ασθένεια στο Πακιστάν; 36

20. Είναι ο οφθαλμός ένα παράθυρο στον εγκέφαλο για το σύνδρομο Sanfilippo; 38

21. Μια δίαιτα κετογόνου και χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες επιβραδύνει τον εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς σε πειραματόζωα ποντίκια rd10. 40

22. Διερεύνηση και αποκατάσταση της δραστηριότητας του γονιδίου BEST1 στο μελάχρουν επιθήλιο (RPE) που προέρχονται από ασθενείς με κυρίαρχες μεταλλάξεις. 42

23. Γενετικός έλεγχος που οδηγεί στην έγκαιρη αναγνώριση των παιδικών οφθαλμικών εκδηλώσεων του συνδρόμου Usher. 44

24. Γενετικοί παράγοντες που σχετίζονται με την ανταπόκριση στην απαραίτητη θεραπεία με aflibercept για την τυπική νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας (ΝΗΕΩΚ) και την πολυποειδή χοριοειδική αγγειοπάθεια. 46

25. Κατά τη διάρκεια ζωής αποτελέσμα των αυξητικών παραγότων αντι-αγγειακής ενδοθηλίωσης για την ανάπτυξη της νεοαγγειακής ηλικιακής εκφύλησης της ωχράς κηλίδας (ΝΗΕΩΚ) 48

  1. Υβριδική τηλεϊατρική σε κλινική αμφιβληστροειδούς για παροχή υπηρεσίων σε ασθενών λόγω έκθεσης και καραντίνας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

Aweidah, H., Safadi, K., Jotkowitz, A., Chowers, I., & Levy, J. (2020). Hybrid Telehealth Medical Retina Clinic Due to Provider Exposure and Quarantine During COVID-19 Pandemic. Clinical Ophthalmology (Auckland, NZ)14, 3421. doi: 10.2147/OPTH.S276276.

ΣΤΟΧΟΣ

Η παρουσίαση της υπηρεσίας υβριδικής τηλεϊατρικής σε κλινική αμφιβληστροειδούς στο πλαίσιο διενέργειας ενδοϋαλωειδικών ενέσεων (IVI), ως ασφαλή εναλλακτική λύση για προσωπικές επισκέψεις και κλινικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της πανδημικής νόσου COVID-19 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Λόγω του κινδύνου έκθεσης στον COVID-19 των ασθενών με παθήσεις αμφιβληστροειδή, η κλινική αμφιβληστροειδούς, στην περίδο της καραντίνας, αξιολόγησε τα ιατρικά αρχεία των ασθενών και τις σαρώσεις του αμφιβληστροειδούς χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση παροχής υπηρεσίων με χρήση τηλεϊατρικής. Καθιερώθηκε ένα διαφορετικό πρωτόκολλο για ασθενείς που προσέρχονται για θεραπεία με ενδοϋαλωειδικες ενέσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Κατά την περίοδο καραντίνας 14 ημερών (μεταξύ 18 Μαρτίου και 31 Μαρτίου 2020), η υβριδική υπηρεσία τηλεϊατρικής σε κλινική αμφιβληστροειδούς πραγματοποίησε 523 IVI σε 394 ασθενείς με μέση ηλικία ± SD 70,96 ± 14,4 έτη. Η ενέσιμη θεραπεία χορηγήθηκε σε ασθενέις που έπασχαν από νεοαγγεαική ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας στο 50,5% των περιπτώσεων (199 ασθενείς), από διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας στο 21,3% (84 ασθενείς), από απόφραξη του αμφιβληστροειδούς στο 17,5% (69 ασθενείς) και στο 10,7% για άλλες παθολογίες του αμφιβληστροειδούς (42 ασθενείς). Δεν παρατηρήθηκαν οφθαλμικές ή συστηματικές επιπλοκές. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Κατά τη διάρκεια καταστροφών και πανδημιών, η θεραπεία με ενδουαλωιδικές ενέσεις μπορεί να παρέχεται με ασφάλεια χρησιμοποιώντας μια υβριδική προσέγγιση τηλειατρικής στο πλαίσιο μις κλινικής αμφιβληστροειδικούς, αλλά μόνο εντώς ενός καλά οργανωμένου συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας σε ασθενείς.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Μια πρόταση για ταξινόμηση του εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς σε νωτιαιοπαρεγκεφαλιδική αταξία 7

Marianelli, B. F., Rezende Filho, F. M., Salles, M. V., de Andrade, J. B. C., Pedroso, J. L., Sallum, J. M. F., & Barsottini, O. G. P. (2020). A Proposal for Classification of Retinal Degeneration in Spinocerebellar Ataxia Type 7. The Cerebellum, 1-8. doi: 10.1007/s12311-020-01215-6.

Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να προτείνει ένα σύστημα ταξινόμησης για τον εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς στη νόσο νωτιαιοπαρεγκεφαλιδική αταξία 7 (SCA7-RD). Είκοσι ασθενείς με γενετικά ταυτοποιημένη νόσο SCA7 υποβλήθηκαν σε εξέταση σχισμοειδή λιχνία φωτογραφία βυθού και τομογραφία οπτικής συνοχής (Spectralis®). Εφαρμόστηκαν κλίμακες για την εκτίμηση και την αξιολόγηση της αταξίας (SARA) και της Διεθνούς Συνεργατικής Αταξίας (ICARS) (κλίμακα) και καταγράφηκαν η ηλικία, το φύλο, η ηλικία κατά την έναρξη των συμπτωμάτων και ο αριθμός των επεκτάσεων. 

Μετά την ανάλυση των οφθαλμολογικών ευρημάτων σε κάθε συμμετέχοντα, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων των παθήσεων του αμφιβληστροειδούς δημιούργησε ένα σύστημα ποιοτικής ταξινόμησης για τη νόσο SCA7-RD που περιλαμβάνει τέσσερα στάδια. Αξιολογήθηκαν οι συσχετισμοί της σοβαρότητας εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς σύμφωνα με τις βαθμολογίες των κλομάκων SARA και ICARS, ο αριθμός των επεκτάεων CAG στο αλληλόμορφο γονίδιο ATXN7 και την ηλικία έναρξης των συμπτωμάτων. Βαθμολογήθηκε ο εκφυλισμός του αμφιβληστροειδούς ως στάδιο 1 στους εννέα συμμετέχοντες, ως στάδιο 2 στους πέντε και ως στάδιο 3 στους έξι. Δεν βρέθηκαν διαφορές στην ηλικία και τη διάρκεια των οπτικών συμπτωμάτων μεταξύ των ομάδων. Οι βαθμολογίες στις κλίμακες SARA και ICARS συσχετίστηκαν με τη σοβαρότητα της νόσου SCA7-RD στο σύστημα ταξινόμησης (p = 0,024 και p = 0,014, αντίστοιχα). Μετά την προσαρμογή για τη διάρκεια της νόσου, η συσχέτιση του σταδίου της νόσου του αμφιβληστροειδούς με τις βαθμολογίες SARA και ICARS παρέμεινε σημαντική (ANCOVA, p <0,05). 

Το σύστημα ταξινόμησης για τη νόσο SCA7-RD μπόρεσε να χαρακτηρίσει διαφορετικά στάδια ασθένειας που αντιπροσωπεύουν τα ορόσημα στη φυσική ιστορία της δυστροφίας κωνίων. Ο νευροεκφυλισμός φαίνεται να συμβαίνει παράλληλα στην παρεγκεφαλίδα και στην οπτική οδό. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο εκφυλισμός του αμφιβληστροειδούς στο SCA7 είναι ένας πιθανός βιοδείκτης της νευρολογικής σοβαρότητας του φαινοτύπου.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Ρετινοπάθειες στη νόσο Αλτσχάιμερ: Βλέποντας μια ασθένεια στα μάτια.

Mirzaei, N., Shi, H., Oviatt, M., Doustar, J., Rentsendorj, A., Fuchs, D. T., … & Koronyo-Hamaoui, M. (2020). Alzheimer’s retinopathy: seeing disease in the eyes. Frontiers in Neuroscience14. doi: 10.3389/fnins.2020.00921.

Ο νευροευαίσθητος αμφιβληστροειδής εμφανίζεται σε εξέχουσα θέση της παθολογίας της νόσου Αλτσχάιμερ. Ως επέκταση του κεντρικού νευρικού συστήματος του εγκεφάλου, τα νευροευαίσθητα κύτταρα του αμφιβληστροειδή είναι εύκολα προσβάσιμα για μη επεμβατική απεικόνιση υψηλής ανάλυσης. Μελέτες έχουν δείξει ότι μαζί με τη έκπτωση της γνωστικής λειτουργίας, οι ασθενείς με ήπια γνωστική εξασθένηση (MCI) και νόσο Alzheimer συχνά πάσχουν από προβλήματα όρασης, με ενδείξεις μη φυσιολογικές στο ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφημα (ΗΑΓ) και διαταραχές του κιρκαδικού ρυθμού που μπορούν, τουλάχιστον εν μέρει, να αποδοθούν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς. Πριν από μια δεκαετία, η ομάδα μας εντόπισε το κύριο παθολογικό χαρακτηριστικό των αλοιώσεων της νόσου Alzheimer, αμυλοειδούς β-πρωτεΐνης (Αβ) στον αμφιβληστροειδή των ασθενών, συμπεριλαμβανομένων κλινικών περιπτώσεων πρώιμου σταδίου. 

Μεταγενέστερες ιστολογικές, βιοχημικές και κλινικές μελέτες απεικόνισης του αμφιβληστροειδούς σε ζωικά μοντέλα και σε ανθρώπους επιβεβαίωσαν αυτά τα ευρήματα και αποκάλυψαν περαιτέρω σημάδια νευροπαθολογίας της νόσου Alzheimer στον αμφιβληστροειδή. Μεταξύ αυτών των σημείων, τεκμηριώθηκαν τα υπερφωσφορυλιωμένα Τα κύτταρα, ο νευρωνικός εκφυλισμός, η αραίωση του αμφιβληστροειδούς, οι αγγειακές ανωμαλίες και η γλοίωση. Περαιτέρω, περιγράφηκαν γραμμικοί συσχετισμοί μεταξύ της σοβαρότητας των συγκεντρώσεων αμυλοειδούς β-πρωτεΐνης του αμφιβληστροειδούς και του εγκεφάλου και της παθολογίας των αλοιώσεων. Πιο πρόσφατα, ανακαλύφθηκε εκτεταμένη απώλεια σε περιφερειακά τμήματα του αμφιβληστροειδούς, καθώς και ανεπάρκεια του υποδοχέα-β αυξητικού παράγοντα που προήλθε από αιμοπετάλια σε ασθενείς που μεταγενέστερα εμφάνισαν αμφιβληστροειδοπάθεια με ήπια γνωστική εξασθένη και νόσο Alzheimer. 

Αυτή η προοδευτική απώλεια συσχετίστηκε στενά με την αυξημένη αμυλοείδωση του αμφιβληστροειδούς και τον βαθμό προβλεπόμενης εγκεφαλικής αμυλοειδούς αγγειοπάθειας. Αυτές οι μελέτες έφεραν ενθουσιασμό στο πεδίο της εξερεύνησης του αμφιβληστροειδούς σε νόσο Alzheimer. Πράγματι, πολλές ερωτήσεις παραμένουν ανοιχτές, όπως ερωτήματα που σχετίζονται με τη χρονική εξέλιξη της παθολογίας που σχετίζεται με την νόσο Alzheimer και τον αμφιβληστροειδή σε σύγκριση με τον εγκέφαλο, τις σχέσεις μεταξύ αμφιβληστροειδούς και εγκεφαλικών αλοιώσεων και κατά πόσον τα σημεία του αμφιβληστροειδούς μπορούν να προβλέψουν γνωστική έκπτωση. Ο βαθμός στον οποίο η νόσος Alzheimer επηρεάζει τον αμφιβληστροειδή, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας τοπογραφικών περιοχών, βρίσκεται υπό διεξοδική έρευνα. 

Οι εξελίξεις στην απεικόνιση του αμυλοειδούς στον αμφιβληστροειδή, την υπερφασματική απεικόνιση, την τομογραφία οπτικής συνοχής και την αγγειογραφία OCT ενθαρρύνουν τη χρήση τέτοιων μεθόδων για την επίτευξη ακριβέστερης, φιλικής προς τον ασθενή και το χρήστη, μη επεμβατικής ανίχνευσης και παρακολούθησης της νόσου Alzheimer. Σε αυτήν την κριτική, συνοψίζεται η τρέχουσα κατάσταση στο πεδίο ενώ αντιμετωπίζονται τα πολλά άγνωστα θέματα σχετικά με την αμφιβληστροειδοπάθεια στη νόσο Αλτσχάιμερ.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Πρόοδος στην κατανόηση των μηχανισμών εκφύλισης του αμφιβληστροειδούς.

Fletcher, E. L. (2020). Advances in understanding the mechanisms of retinal degenerations. Clinical and Experimental Optometry103(6), 723-732. doi: 10.1111/cxo.13146.

Η καταστροφή των φωτοϋποδοχέων κυττάρων είναι σημαντικός συντελεστής της μη αναστρέψιμης απώλειας όρασης παγκοσμίως. Σε αυτήν την ανασκόπηση, περιγράφεται η εργασία που εξετάζει το ρόλο που έχουν οι πουρίνες, όπως η τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP), στη φυσιολογική λειτουργία του αμφιβληστροειδούς και στις εκφυλιστικές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς. Η επισκόπηση αυτή δείχνει ότι οι δράσεις της ΑΤΡ, που διαμεσολαβεί στους υποδοχείς P2X, εκφράζονται σε διάφορες στιβάδες του αμφιβληστροειδούς, συμπεριλαμβανομένων των φωτοϋποδοχέων, που όταν διεγείρονται από υπερβολικά επίπεδα ΑΤΡ συσχετίζεται με τον αιφνίδιο θάνατο των νευρώνων. Η θεραπεία με χρήση παραγόντων που εμποδίζουν τη δράση του P2X και ορισμένων υποδοχέων P2Y μειώνει τον κίνδυνο θανάτο των φωτοϋποδοχέων κυττάρων σε ένα μοντέλο πειραματόζωων ποντικών που πάσχουν από εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς. Οι παρατηρήσεις όχι μόνο παρέχουν ένα μέσο για την ανάπτυξη μιας πιθανής θεραπείας για τη μείωση του θανάτου των φωτοϋποδοχέων, αλλά επίσης παρέχουν έναν νέο τρόπο μελέτης των επιδράσεων της νευρικής πλαστικότητας που αναπτύσσονται στον εσωτερικό του αμφιβληστροειδή μετά τον θάνατο των φωτοϋποδοχέων. Υπάρχει μια σειρά από εσωτερικές αλλαγές στον αμφιβληστροειδή που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα των προσθετικών κυττάρων του αμφιβληστροειδούς. Πράγματι, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο πειραματόζωων ποντικών με εκφύλιση του αμφιβληστροειδή που προκαλείται από ΑΤΡ, αποδείχθηκε ότι η ποσότητα ηλεκτρικής διέγερσης που απαιτείται για να προκαλέσει μια απόκριση στον οπτικό φλοιό επηρεάστηκε από το επίπεδο του σχηματισμού ουλών. Ωστόσο, οι αλλαγές στην έκφραση του υποδοχέα P2X7 από κύτταρα γαγγλίου OFF κατά τη διάρκεια του εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν από φωτορυθμιστές για την αποκατάσταση της ευαισθησίας του φωτός σε εκφυλισμένους αμφιβληστροειδείς. Τέλος, εξετάστηκε επίσης πώς η έκφραση του γονιδίου P2X7 από εμφυτευμένα ανοσοκύτταρα και ο  ρόλος της ως «υποδοχέα καθαριστή», συμβάλλει στην ηλικικαή εκφύλιση ωχράς κηλίδας. 

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η απώλεια της λειτουργίας του γονιδίου P2X7 σχετίζεται με την πάχυνση της μεμβράνης του Bruch καθώς και με τον αυξημένο κίνδυνο προχωρημένης νόσου σε άτομα με ΣΗΕΩ. Συνολικά, τα τελευταία 20 χρόνια υπογραμμίζεται η σημασία των πουρινών στη φυσιολογική λειτουργία του αμφιβληστροειδούς και του και προτεινεται η ανάπτυξη θεραπειών που στοχεύουν τη λειτουργική απόκριση του P2X, 7 οι οποίες θα μπορούσε να είναι επωφελής για αυτές τις ασθένειες.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Τυφλοί ασθενείς με κληρονομικό εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς σε τελικό στάδιο: πολυτροπική απεικόνιση υποψηφίων για τεχνητή προσθετική του αμφιβληστροειδούς.

Iuliano, L., Fogliato, G., Corbelli, E., Bandello, F., & Codenotti, M. (2021). Blind patients in end-stage inherited retinal degeneration: multimodal imaging of candidates for artificial retinal prosthesis. Eye35(1), 289-298. doi: 10.1038/s41433-020-01188-0.

ΣΚΟΠΟΣ

Να αξιολογήσει τα χαρακτηριστικά απεικόνισης τυφλών ασθενών με κληρονομική εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς (IRD) που βρίσκονται σε τελικό στάδιο και να αξιολογήσει πιθανές μορφο-λειτουργικές συσχετίσεις.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Σε αυτήν τη μελέτη διατομής, εξετάστηκαν τα κλινικά δεδομένα με την πολυτροπική απεικόνιση 40 οφθαλμών 21 τυφλών ατόμων που είχαν αντίληψη φωτός, και που επηρεάστηκαν από κληρονομική εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς IRD τελικού σταδίου και που εξετάστηκαν για Alpha AMS. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας τομογραφία οπτικής συνοχής φασματικού πεδίου (SD-OCT), αγγειογραφία φλουορεσίνης και αυτοφθορισμό.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μεταξύ ασθενών με χαμηλή όραση συσχετιζόμενη με την κληρονομική εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς, ο επιμηκυνόμενος επιπολασμός των τυφλών ήταν περίπου 10%, με διάμεση ηλικία 60,4 έτη και με διάρκεια ασθένειας 40,4 έτη, δείχνοντας επιφανειακές μεμβράνες (80%), υπερ-αντανακλαστικά ενδορηχικά οζίδια (90%) και απουσία της ελλειψοειδούς ζώνης (77,5%) κατά την εξέταση SD-OCT. Το οίδημα της κυστεοειδούς ωχράς κηλίδας υπήρχε στο 52,5% των οφθαλμών, η πλειονότητα των οποίων ήταν του μικροκυστεοειδούς υποτύπου (42,5%), ενώ το 37,5% των οφθαλμών δεν είχε τμηματοποίηση εξωτερικής και εσωτερικής αμφιβληστροειδούς στοιβάδας. Η διάρκεια της νόσου βρέθηκε να σχετίζεται με την πρόβλεψη των διαταραγμένων στοιβάδων του αμφιβληστροειδούς (P = 0,029) και του οιδήματος της μικροκυστεοειδούς ωχράς κηλίδας (P = 0,035), η οποία ήταν επίσης συχνότερη στους οφθαλμούς χωρίς αντίληψη φωτός (P = 0,013).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι οφθαλμοί χωρίς όραση (αντίληψη φωτός) λόγω της κληρονομικής εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς τελικού σταδίου έχουν ένα τυπικό σχέδιο απεικόνισης, το οποίο χαρακτηρίζεται κυρίως από επιφανειακές μεμβράνες, υπερ-αντανακλαστικά ενδορηχικά οζίδια και απουσία της ελλειψοειδούς ζώνης. Επιπλέον, το οίδημα της μικροκυστεοειδούς ωχράς κηλίδας και η διαταραχή της στιβάδας του αμφιβληστροειδούς μπορούν να θεωρηθούν ως κλινικά σημεία μακροχρονιότητας της νόσου.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Παρατεταμένα διαστήματα θεραπείας για ασθενείς με υγρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας  (WAMD/YΗEΩΚ) με υψηλές ανάγκες: ενημέρωση για τον κίνδυνο κατά τη διάρκεια του COVID-19 – δεδομένα από πραγματικά στοιχεία.

Teo, K. Y. C., Nguyen, V., Barthelmes, D., Arnold, J. J., Gillies, M. C., & Cheung, C. M. G. (2020). Extended intervals for wet AMD patients with high retreatment needs: informing the risk during COVID-19, data from real-world evidence. Eye, 1-9. doi: 10.1038/s41433-020-01315-x.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ / ΣΤΟΧΟΣ

Μερικοί κλινικοί γιατροί μπορεί να αναγκαστούν να επεκτείνουν προσωρινά τα διαστήματα θεραπείας σε ασθενείς που πάσχουν με νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (NAMD) με συχνές θεραπείες για τη μείωση του αριθμού των επισκέψεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19. Για να δείξουμε ποια είναι αυτά τα αποτελέσματα, μελετήσαμε τους οφθαλμούς με ενεργές βλάβες σε μη προγραμματισμένες επεκτάσεις διαστήματος θεραπείας πριν εμφανιστεί η πανδημία. 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Συγκρίθηκαν οι οφθαλμοί με ενεργή νόσο με λιγότερες από ανά 6 εβδομάδες χορήγηση ενέσεων των οποίων η επόμενη ένεση επεκτάθηκε σε για διάστημα περισσότερο από 7 εβδομάδες και εκείνων των ασθενών των οποίων τα διαστήματα δεν επεκτάθηκε. Προσδιορίστηκαν 1559 (16%) από 9602 οφθαλμούς από το Μητρώο του Fight Retinal Blindness! (FRB!) των ΗΠΑ (από το 2013 έως το 2018) που πληρούν αυτά τα κριτήρια. Οι οφθαλμοί ταξινομήθηκαν περαιτέρω σε τέσσερις υποομάδες με το μέσο διάστημα τους επόμενους 6 μήνες: (1) περίοδος ≤6 εβδομάδες (81%), (2) περίδος 7-9 εβδομάδες (9%), (3) περίοδος 10-12 εβδομάδες (5% ) και (4) περίοδος > 12 εβδομάδες (5%). 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Υπήρξε σημαντική απώλεια οπτικής οξύτητας στους οφθαλμούς που η χορήγηση θεραπείας επεκτάθηκε σε περίοδο > 12 εβδομάδες σε σύγκριση με τη μη εκτεταμένη χρονικά ομάδα ασθενώ (προσαρμοσμένη αλλαγή οπτικής οξυτήτας VA, μέσος όρος (95% CI): ≤6 εβδομάδες, 0,4 (-1,5 έως 2,2), έναντι> 12 εβδομάδες, -4,7 (-7,4 έως -2,1), γράμματα, p = 0,03 και τριπλή αύξηση του σχετικού κινδύνου απώλειας ≥15 γραμμάτων (απόλυτος κίνδυνος (14% έναντι 4%, p <0,01)). 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο μέσος όρος οπτικής οξύτητας παρέμεινε σταθερός για περίοδο 6 μήνων των ασθενών που απαιτούν συχνή θεραπεία παρά την επέκταση του διαστήματος θεραπείας έως και 10-12 εβδομάδες. Υπήρχε σημαντικός βραχυπρόθεσμος κίνδυνος μείωσης της όρασης όταν το διάστημα της θεραπείας επεκτάθηκε για περίοδο πέραν των 12 εβδομάδων, επομένως οι επεκτάσεις σε αυτό το επίπεδο πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά. Τα δεδομένα μπορεί να είναι χρήσιμα για ιατρούς που σκέφτονται να μειώσουν τις επισκέψεις για να μετριάσουν τον κίνδυνο COVID-19.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Τα συμπληρώματα διατροφής με φλαβονοειδή αυξάνουν τη δραστηριότητα της νευροτροφίνης για τη ρύθμιση της φλεγμονής σε γενετικές ασθένειες του αμφιβληστροειδούς.

Kiani, A. K., Falsini, B., Ziccardi, L., Gusson, E., Mangialavori, D., Allegrini, F., … & Bertelli, M. (2020). Flavonoid supplements increase neurotrophin activity to modulate inflammation in retinal genetic diseases. Acta Bio-medica: Atenei Parmensis91(13-S), e2020014-e2020014. doi: 10.23750/abm.v91i13-S.10683.

Οι εκφυλιστικές διαταραχές του αμφιβληστροειδούς προκαλούν απώλεια των φωτοϋποδοχέων κυττάρων που σχετίζονται με την παρουσία φλεγμονής και αρνητικής αναδιαμόρφωσης και την πλαστικότητα των νευρικών κυττάρων του αμφιβληστροειδούς. Οι εκφυλιστικές ασθένειες του αμφιβληστροειδούς μπορεί να έχουν γενετικές και / ή περιβαλλοντικές αιτίες. Ο εκφυλισμός των επιθηλιακών κυττάρων του μελάχρουν επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς ξεκινά έναν φαύλο κύκλο αυξάνοντας τη συνεχιζόμενη φλεγμονή τόσο στον αμφιβληστροειδή όσο και στο χοριοειδές. Τα φλαβονοειδή που είναι πολυφαινολικά μόρια με αντιοξειδωτική δράση, ειδικά οι ανθοκυανίνες και οι φλαβανόλες, βελτιώνουν το οξειδωτικό στρες και τη νευροφλεγμονή. Εργαστηριακές και μη μελέτες (in vitro και ex vivo) έχουν επίσης αποκαλύψει βιολογικές επιδράσεις των φλαβονοειδών στην προστασία του αμφιβληστροειδούς έναντι του οξειδωτικού στρες και της φλεγμονής. Σε αυτήν τη σύντομη ανασκόπηση, θα συζητηθεί ο προστατευτικός ρόλος των φλαβονοειδών κατά του εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς και της φλεγμονής μαζί με το θεραπευτικό δυναμικό τους για τη θεραπεία εκφυλιστικών ασθενειών του αμφιβληστροειδούς.

Πίσω στα Περιεχόμενα.

  1. Μακροπρόθεσμα αποτελέσματα σε ξηρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (ΞΗΕΩΚ) μετά από παρεμβάσεις αποκατάστασης χαμηλής όρασης.

Pyatova, Y., Daibert-Nido, M., & Markowitz, S. N. (2020). Long term outcomes in dry age-related macular degeneration following low vision rehabilitation interventions. European Journal of Ophthalmology, 1120672120973621. doi: 10.1177/1120672120973621.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας που σχετίζεται με την ηλικία (ΣΗΕΩ) είναι η κύρια αιτία απώλειας της όρασης στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Λόγω έλλειψης γνωστής θεραπείας, η αποκατάσταση της χαμηλής όρασης στοχεύει στη διατήρηση της υπολειμματικής λειτουργικής όρασης σε βέλτιστα επίπεδα. Τα μακροπρόθεσμα λειτουργικά αποτελέσματα από την αποκατάσταση χαμηλής όρασης (LVR) σε περιπτώσεις ΣΗΕΩ δεν εξετάστηκαν ποτέ στο παρελθόν. Αυτή η μελέτη φέρνει κάποιες διευκρινίσεις πάνω σε αυτό το θέμα. 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Πρόκειται για μια αναδρομική μελέτη περιπτώσεων που περιλαμβάνει δεδομένα έως 2 έτη μετά την αρχική επίσκεψη σε οφθαλμίατρο (αφετηρία). Οι αξιολογήσεις της χαμηλής όρασης περιελάμβαναν μετρήσεις δοκιμών μικροπεριομετρίας και συστάσεις για χρήση δι’αποστάσεως συσκευών χαμηλής όρασης. Τα αποτελέσματα των ερευνών που επιλέχθηκαν για τη συγκεκριμένη μελέτη βασιζόταν στη μέτρηση καλύτερης διόρθωσης της οπτικής οξύτητας από απόστασης, στον βαθμό σταθεροποίησης σε επιλεγμένα πεδία του αμφιβληστροειδή και στις παρεμβάσεις αποκατάστασης χαμηλής όρασης (LVR). 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συλλέχθηκαν δεδομένα για 17 ασθενείς με μέσο όρο ηλικίας 89,2 ± 4,4 ετών. Σε αυτούς που είχαν καλύτερη όραση από το 20/400 η απώλεια όρασης ήταν περίπου 1,4 γράμματα ετησίως, όπως δοκιμάστηκε με διαγράμματα ETDRS σε σύγκριση με απώλειες τεσσάρων γραμμάτων ανά έτος σε έναν πληθυσμό χωρίς παρεμβάσεις αποκατάστασης χαμηλής όρασης (LVR). Τα επίπεδα σταθεροποίησης συνέχισαν να επιδεινώνονται, ενώ η εκκεντρότητα των μετρήσεων σε επιλεγμένα πεδία του αμφιβληστροειδούς φαίνεται να παραμένει η ίδια. Στις περίπου μισές περιπτώσεις υπήρξε αλλαγή στην τοπογραφική θέση του PRL σε διαφορετικό τεταρτημόριο του αμφιβληστροειδούς. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Μακροπρόθεσμα, όπως αναμενόταν, παρατηρήθηκαν αλλαγές στην οπτική οξύτητα, στη στασιμότητα σταθεροποίησης και στις τοπογραφικές μετρήσεις PRL. Ωστόσο, φαίνεται ότι η χρήση παρεμβάσων δι‘αποστάσεως αποκατάστασης χαμηλής όρασης, βοηθούν τους ασθενείς να διατηρήσουν σημαντικά καλύτερη λειτουργική όραση στο διάστημα παρακολούθησης των 2 ετών σε σύγκριση με άλλους.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Καθοριστικοί παράγοντες στην επιλογή αρχικής θεραπείας για διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας (ΔΟΩΚ)

VanderBeek, B. L., Scavelli, K., & Yu, Y. (2020). Determinants in initial treatment choice for diabetic macular edema. Ophthalmology Retina4(1), 41-48. doi: 10.1016/j.oret.2019.05.016.

ΣΚΟΠΟΣ

Αξιολόγηση των επιλογών των ασθενών (ιδιωτικά, ασφαλιστικό πρόγραμμα, γεωγραφική περιοχή) επηρεάζουν την έναρξη θεραπείας για διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας (ΔΟΩΚ).

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Αναδρομική μελέτη κοόρτης με δεδομένα διοικητικών ιατρικών αξιολογήσεων από έναν μεγάλο, εθνικό ασφαλιστικό φορέα.

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ

Όλοι οι ασθενείς που διαγνώστηκαν πρόσφατα με ΔΟΩΚ από το 2013 έως το 2016 παρατηρήθηκαν για 90 ημέρες μετά τη διάγνωση ή μέχρι την παροχή πρώτης θεραπείας. 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Η πολυμεταβλητή λογιστική παλινδρόμηση χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία αναλογικών αποδόσεων συγκρίνοντας διαφορετικούς βασικούς δημογραφικούς και σχετικούς με τον ασθενή παράγοντες. 

ΚΥΡΙΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ

Το κύριο αποτέλεσμα ήταν οι πιθανότητες λήψης των διαφορετικών πιθανών αρχικών θεραπειών για ΔΟΩΚ (αντι-αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας [VEGF], θεραπεία με εστιακό λέιζερ, στεροειδή ή παρατήρηση), χωρίς θεραπεία και χωρίς παρακολούθηση. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Από τους 6220 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με ΔΟΩΚ, 3010 (48,4%) υποβλήθηκαν σε παρακολούθηση εντός 90 ημερών από τη διάγνωση και από αυτούς, 1453 ασθενείς (48,3%) έλαβαν θεραπεία στο μεσοδιάστημα παρατήρησης, συμπεριλαμβανομένων 614 (20,4%) με χορήγηση bevacizumab, 191 (6,3%) με χορήγηση ranibizumab ή aflibercept, 560 (18,6%) με θεραπεία εστιακού λέιζερ, 38 (1,3%) με χορήγηση ένεσης στεροειδούς και 50 (1,7%) με ένεση μη καθορισμένου φαρμάκου. Έχοντας μια μηδενική συμμετοχή στο κόστος (έναντι $ 0) ελλατώθηκε η πιθανότητα λήψης οποιασδήποτε θεραπείας (λόγος αποδόσεων [OR] = 0,60; διάστημα εμπιστοσύνης 95% [CI], 0,51-0,71; P <0,001] και της λήψης κάθε θεραπείας ξεχωριστά (anti-VEGF θεραπεία: OR = 0,72; 95% CI, 0,59-0,88; bevacizumab: OR = 0,73; 95% CI, 0,59-0,91; ranibizumab ή aflibercept: OR, 0,70; 95% CI, 0,49-0,99; εστιακό λέιζερ: OR = 0,44 95% CI, 0,35-0,55, Ρ <0,001). Αντίθετα ο ασθενής με το να έχει μια μικρή συμμετοχή ή να έχει μια σημαντική έκπτωση, ανάλογα με το είδος του ασφαλιστικού προγράμματος, φαίνεται πως δεν σχετίζεται με την έναρξη θεραπείας (P> 0,41 για όλες τις συγκρίσεις). Οι ασθενείς στα βορειοανατολικά προάστια παρουσίασαν χαμηλότερες πιθανότητες έναρξης θεραπείας με χρήση αντιαγγειογενετικών παραγόντων (OR = 0,60, 95% CI, 0,44-0,82, P <0,001) και συγκεκριμένα με bevacizumab (OR = 0,47, 95% CI, 0,33-0,67, P <0,001). Επιπλέον, οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αντι-VEGF εμφάνισαν υψηλότερες πιθανότητες να λάβουν ranibizumab ή aflibercept σε σύγκριση με το bevacizumab (OR = 2,39, 95% CI, 1,31-4,37, P <0,001). Οι ασθενείς σε νοτιοκεντροδυτικά προάστια εμφάνισαν υψηλότερες πιθανότητες θεραπείας (αντι-VEGF: OR = 1,35, 95% CI, 1,02-1,77, P <0,001; bevacizumab: OR = 1,40; 95% CI, 1,04-1,87, εστιακό λέιζερ: OR = 1,39 95% CI, 1,01-1,89, Ρ <0,001). 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι επιλογές των ασθενών, όπως η συμμετοχή στο κόστος θεραπείας και ο τόπος διαμονής τους, είναι σημαντικοί παράγοντες για τον καθορισμό της αρχικής επιλογής θεραπείας για ΔΟΩΚ.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Η στοχευμένη με χρήση λέιζερ διοχέτευση γονιδίων σε αμφιβληστροειδή με εκφύλιση βελτιώνει τη λειτουργία του αμφιβληστροειδούς.

Batabyal, S., Kim, S., Wright, W., & Mohanty, S. (2021). Laser‐assisted targeted gene delivery to degenerated retina improves retinal function. Journal of Biophotonics14(1), e202000234. doi: 10.1002/jbio.202000234.

Η διοχέτευση θεραπευτικών γονιδίων στον αμφιβληστροειδή αποδεικνύεται ότι αναστρέφει τον εκφυλισμό και αποκαθιστά την όραση, ωστόσο, η στοχευμένη διοχέτευση γονιδίων που μεταφέρονται από ιούς (ως όχημα), εγγείρη αποκρίσεις του ανοσοποιητικού προκαλόντας φλεγμονώδη αντίδραση. Στο άρθρο αυτό αναφέρεται μη ιογενή διοχέτευση γονιδιακής θεραπείας με έκφραση γονιδίων που κωδικοποιούν την πρωτεΐνη οψίνη σε αμφιβληστροειδή ποντικού in-vitro και in-vivo με χρήση ειδικού παλμικού λέιζερ. Η in-vitro (εργαστηριακή) καταγραφή των συνάψεων της οψίνης στα κύτταρα φωτοϋποδοχής του αμφιβληστροειδούς και η ηλεκτρική καταγραφή απόκρισης (ΗΑΓ) μετά την εφαρμογή λέιζερ για τη μεταφορά των θεραπευτικών γονιδίων σε μοντέλα πειραματόζωων ποντικών που έπασχαν από εκφύλιση αμφιβληστροειδούς, παρουσίασε λειτουργική απόκριση. Η εξαιρετικά γρήγορη διοχέτευση θεραπευτικών γονιδίων (χωρίς μεταφορέα ιο) με χρήση λέιζερ έδειξε ελάχιστη βλαβερές επιτπώσεις με αξιόπιστη θεραπευτική έκφραση της οψίνης σε επίπεδο κυτταρικής μεμβράνης των επιλεγμένων κυττάρων και σε στοχευμένη περιοχή του αμφιβληστροειδούς. Η «γονιδιακή θεραπεία σκέτου DNA» με χρήση λέιζερ με χωρικά στοχευμένο τρόπο θα ανοίξει το δρόμο για τη θεραπεία κληρονομικών παθήσεων του αμφιβληστροειδούς. 

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Αυτοφθορισμός αγγείων του χοριοειδούς στην κρυσταλλική δυστροφία του Bietti.

Ameri, H., Su, E., & Dowd-Schoeman, T. J. (2020). Autofluorescence of choroidal vessels in Bietti’s crystalline dystrophy. BMJ open ophthalmology5(1), e000592. doi: 10.1136/bmjophth-2020-000592

ΣΤΟΧΟΣ: 

Να περιγραφεί το μοτίβο του αυτόματου φθορισμού (FAF) στη νόσο της κρυσταλλικής δυστροφίας του Bietti (BCD).

ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ: 

Από τη βάση δεδομένων του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας EyeGene 2769 ασθενών με γνωστές παθογόνες μεταλλάξεις, επιλέχθηκαν 5 ασθενείς με μεταλλάξεις CYP4V2 που προκαλούν τη δυστροφία του Bietti (BCD) και παρουσίασαν απεικονήσεις FAF. Λήφθηκαν δημογραφικά και γενετικά στοιχεία και αρχεία απεικόνισης. Από τα αρχεία απεικόνισης FAF, αξιολογήθηκαν μοναδικά πρότυπα αυτοφθορισμού (AF) και συσχέτισή τους με τη δομή του αμφιβληστροειδούς, από τρεις ερευνητές για κλινικά σημεία.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: 

Συμπεριλήφθηκαν πέντε ασθενείς (τέσσερις άνδρες, μια γυναίκα, με μέση ηλικία 56 ετών, με ηλικιακό εύρος 42-76 ετών), όλοι με διαφορετικές μεταλλάξεις του CYP4V2. Όλοι οι ασθενείς εμφάνισαν διαφορετικούς βαθμούς υπο-AF στον οπίσθιο πόλο. Σε τέσσερις από τους πέντε ασθενείς, υπήρχε σχετικός υπερ-αυτοφθορισμός των χοριοειδικών αγγείων εντός της περιοχής υπο-AF. Αυτό το χαρακτηριστικό περιορίστηκε μόνο στα σκληρωτικά αγγεία. Μια μεταβατική ζώνη με στίγματα AF ήταν ορατή γύρω από την περιοχή του υπο-AF. Αυτή η ζώνη αντιστοιχούσε στην περιοχή που περιείχε τους κρυστάλλους του αμφιβληστροειδούς στην έγχρωμη απεικόνηση. Ωστόσο, οι κρύσταλλοι του αμφιβληστροειδούς δεν παρουσίασαν υπερ-ή υπο-AF. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: 

Αυτή η μελέτη παρουσιάζει ένα προηγούμενο μη αναφερόμενο χαρακτηριστικό εύρημα σε ασθενείς με τη νόσο κρυσταλλικής δυστροφίας του Bietti με μεταλλάξεις CYP4V2. Ο αυτοφθορισμός των χοριοειδικών αγγείων μπορεί να βοηθήσει στη διαφοροποίηση της δυστροφία του Bietti από άλλες δυστροφίες του αμφιβληστροειδούς.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Απόφραξη κεντρικής αμφιβληστροειδικής φλέβας σε ασθενή με λοίμωξη COVID-19 ως υποθετική αιτιολογία

Walinjkar, J. A., Makhija, S. C., Sharma, H. R., Morekar, S. R., & Natarajan, S. (2020). Central retinal vein occlusion with COVID-19 infection as the presumptive etiology. Indian Journal of Ophthalmology68(11), 2572. doi: 10.4103/ijo.IJO_2575_20. 

Το θρομβοεμβολικό φαινόμενο που σχετίζεται με τη νόσο Coronavirus 2019 (COVID-19) έχει τεκμηριωθεί επαρκώς στη βιβλιογραφία. Ωστόσο, οι αναφερόμενες οφθαλμικές εκδηλώσεις του COVID-19 περιορίζονται σε οφθαλμικές καταστάσεις, όπως η επιπεφυκίτιδα, που δεν επιρεάζει την όραση. Αναφέρουμε μια περίπτωση μιας 17χρονης γυναίκας που παρουσίασε απόφραξη κεντρικής φλέβας του αμφιβληστροειδούς με αποδεδειγμένη πρόσφατη μόλυνση από το COVID-19 στο παρελθόν ως υποτιθέμενη αιτιολογία που δεν ήταν γνωστή κατά τη στιγμή της παρουσίασης.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Αποτελεσματικότητα της αποκατάστασης της χαμηλής όρασης με χρήση μικροπεριμετρικής ακουστικής βιοανάδρασης σε ασθενείς με κεντρική απώλεια όρασης.

Sahli, E., Altinbay, D., Bingol Kiziltunc, P., & Idil, A. (2020). Effectiveness of Low Vision Rehabilitation Using Microperimetric Acoustic Biofeedback Training in Patients with Central Scotoma. Current Eye Research, 1-8. doi: 10.1080/02713683.2020.1833348

ΣΚΟΠΟΣ

Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αποκατάστασης της χαμηλής όρασης με χρήση μεθόδου μικροπεριμετρικής ακουστικής βιοανάδρασης σε ασθενείς με κεντρική απώλεια όρασης.

ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

35 διαδοχικοί ασθενείς με κεντρική απλώλεια όρασης (17 ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας, 14 ασθένεια Stargardt και 4 δυστροφία κωνίων) συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη. Αξιολογήθηκαν πριν και 1 μήνα μετά τη μελέτη με μέτρηση οπτικής οξύτητας, την απόδοση ανάγνωσης με βάσητο Minnesota Low Vision Reading Test (MNREAD), την ποιότητα ζωής με ερωτηματολόγιο οπτικής λειτουργίας του National Eye Institute σε 25 θέματα (NEI VFQ-25) και την ανάλυση σταθεροποίησης με εκτίμηση μετρήσεων μικροπεριμετρίας MAIA. Το πρόγραμμα αποκατάστασης περιελάμβανε 10 δεκάλεπτες ερευνητικές συνεδρίες. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η διάμεση βέλτιστη διορθωμένη οπτική οξύτητα (BCVA) ήταν 0,80 logMAR (εύρος 0,3 έως 1,3 logMAR). Πενήντα εννέα τοις εκατό των ασθενών με ΣΗΕΩΚ ανέπτυξαν όραση στο ρινικό τμήμα του οπτικού πεδίου και το 64% των ασθενών με νόσο Stargardt βελτίωσαν την όραση στο ρινικό πεδίο υπερβοθρικά. Η θέση PRL σε 3 από τους 4 ασθενείς με δυστροφία κώνου ήταν ρινική για τον βοθρίο. Η μέση απόσταση PRL από το βοθρίο ήταν 7,57 ± 3,61 μοίρες. Η στασιμότητα σταθεροποίησης βελτιώθηκε με τιμές P1 22,34 ± 11,81 έναντι 32,05 ± 18,79 (p = .003) και 95% τιμές περιοχής έλλειψης περιγράμματος (BCEA) 41,6 έναντι 23,6 (p = .018) πριν και μετά τη διενέργεια συνεδριών, αντίστοιχα. Υπήρξε μια σημαντική διαφορά στην οξύτητα ανάγνωσης μεταξύ πριν και μετά τη συνεδρία (p = 0,008). Η συνολική βαθμολογία και των δραστηριοτήτων του NEI VFQ-25 βρέθηκε να αυξάνονται στο τέλος της αποκατάστασης (p <0,001). 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η αποκατάσταση με τη χρήση μεθόδου μικροπεριμετρικής ακουστικής βιοανάδραση σε ασθενείς με κεντρική απώλεια όρασης φαίνεται να χρήσιμη τεχνική για τη βελτίωση της σταθεροποίησης, της απόδοσης ανάγνωσης και της ποιότητας ζωής.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Μια διερευνητική μελέτη για την αξιολόγηση των τελικών σημείων της οπτικής λειτουργίας σε μη προχωρημένα στάδια της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας (ΣΗΕΩ)

Narayanan, D., Rodriguez, J., Wallstrom, G., Welch, D., Chapin, M., Arrigg, P., & Abelson, M. (2020). An exploratory study to evaluate visual function endpoints in non-advanced age-related macular degeneration. BMC ophthalmology20(1), 1-13. doi: 10.1186/s12886-020-01683-8.

ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Για να αποφευχθεί η μη αναστρέψιμη απώλεια όρασης στην ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, είναι σημαντικό να ανιχνευθεί η δυσλειτουργία του αμφιβληστροειδούς πριν εμφανιστεί μόνιμη δομική απώλεια. Στην τρέχουσα μελέτη αξιολογήθηκαν μια σειρά δοκιμών οπτικής λειτουργίας για τον εντοπισμό πιθανών τελικών σημείων για την ανίχνευση της οπτικής δυσλειτουργίας σε μη προχωρημένα στάδια στης ΣΗΕΩ.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Πραγματοποιήθηκε μια σειρά δοκιμών οπτικής λειτουργίας σε 23 ασθενεις με μη προχωρημένα στάδια ΣΗΕΩ (AREDS βαθμός 1-4 σε απλοποιημένη κλίμακα) και 34 άτομα χωρίς τη νόσο στις αντίστοιχες ηλικίες (βαθμό AREDS 0). Οι δοκιμές περιλάμβαναν ορισμένα κοινά χρησιμοποιούμενα τελικά σημεία αξιολόγησης, όπως η μέτρηση οπτικής οξύτητας ETDRS (VA), χαμηλή φωτεινότητα (LL) 2.0ND ETDRS VA, MNREAD, καθώς και πρόσφατα εξελιγμένες δοκιμές όπως η δοκιμή Ora-VCF ™, δοκιμή ανάγνωσης Ora-tablet, ευαισθησία χρώματος κ.λπ Οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων συγκρίθηκαν για κάθε δοκιμή. Η επαναληψιμότητα και η αναπαραγωγιμότητα της δοκιμασίας αξιολογήθηκε σε ένα υποσύνολο θεμάτων και υπολογίστηκε το ποσοστό συμφωνίας. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Δεν υπήρχε διαφορά στο πρότυπο ETDRS VA μεταξύ των ομάδων με ασθενείς με μη προχωρημένων σταδίων ΣΗΕΩ (0,06 ± 0,02 logMAR) και των μη πασχόντων (0,04 ± 0,02 logMAR) (p = 0,57). Το LL 2.0 ETDRS VA και το MNREAD δεν έδειξαν καμία διαφορά μεταξύ των ομάδων (p> 0,05). Τα αποτελέσματα του τεστ Ora-VCF ™ ήταν σημαντικά χειρότερα στην ομάδα με ασθενείς με μη προχωρημένα στάδια ΣΗΕΩ σε σύγκριση με την άλλη ομάδα (0,67 ± 0,07 σε AMD, 0,45 ± 0,04 σε κανονικά, p = 0,005). Η ομάδα των ασθενών με μη προχωρημένα σταδίων ΣΗΕΩ είχαν επίσης σημαντικά χειρότερη απόδοση ανάγνωσης χρησιμοποιώντας το tablet Ora με LL 2.0ND (114,55 ± 11,22 wpm σε AMD, 145,17 ± 9,55 wpm σε κανονικά p = 0,049). Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων χρησιμοποιώντας άλλες δοκιμές. Η επαναληψιμότητα ήταν 82% για τη δοκιμή Ora-VCF ™ και 92% για την ανάγνωση Ora-tablet LL 2.0ND. Η αναπαραγωγιμότητα ήταν 89% τόσο για τη δοκιμή Ora-VCF ™ όσο και για την ανάγνωση Ora-tablet LL 2.0ND. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αν και δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ της ομάδας ασθενώμ με μη προχωρημένων σταδίων ΣΗΕΩ και της ομάδας των μη πασχόντων που χρησιμοποιούν ορισμένα τρέχοντα κοινά τελικά σημεία αξιολόγησης όπως ETDRS VA, LL 2.0 ETDRS VA ή MNREAD, η δοκιμή Ora-VCF ™ και οι δοκιμές ανάγνωσης Ora-tablet LL 2.0ND μπόρεσαν να εντοπίσει σημαντική οπτική δυσλειτουργία στην ομάδα των ασθενών. Αυτές οι δοκιμές υπόσχονται αρκετά για την αξιοποίησή τους ως τελικά σημεία αξιολόγησης για μελέτες ΣΗΕΩ.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Διερεύνηση αναστολέων της καλλικρεΐνης στο πλάσμα για τη θεραπεία του οιδήματος της διαβητικής ωχροπάθειας (ΟΔΟ): αξιολόγηση από ειδικούς

Bhatwadekar, A. D., Kansara, V. S., & Ciulla, T. A. (2020). Investigational plasma kallikrein inhibitors for the treatment of diabetic macular edema: an expert assessment. Expert opinion on investigational drugs, 29(3), 237-244. doi: 10.1080/13543784.2020.1723078.

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Η καλλικρεΐνη πλάσματος είναι μεσολαβητής που προκαλεί τη διαροή αυτού από τα αγγεία και τη φλεγμονή. Η ενεργοποίηση της καλλικρεΐνης στο πλάσμα μπορεί να προκαλέσει χαρακτηριστικά του οιδήματος διαβητικής ωχροπάθειας (ΟΔΟ) σε προκλινικά μοντέλα. Ο υαλωειδής χιτώνας του ανθρώπου δείχνει αυξημένα επίπεδα καλλικρεΐνης στο πλάσμα σε ασθενείς με οίδημα διαβητικής ωχροπάθειας (ΟΔΟ). Λόγω της ατελούς ανταπόκρισης ορισμένων ασθενών σε θεραπεία με χρήση αντι-αγγειαγενετικών παραγόντων και του φορτίου θεραπείας που σχετίζεται με τη συχνή δοσολογία, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική ανάγκη αναζήτησης για στοχευμένους τρόπους διοχέτευσης και αξιοποίησης μηχανισμών που είναι ανεξάρτητες από τη χρήση αντι-VEGF. 

ΠΕΡΙΟΧΈΣ ΠΟΥ ΚΑΛΎΠΤΟΝΤΑΙ

Αυτή η ανασκόπηση καλύπτει το ρόλο της καλλικρεΐνης του πλάσματος στην παθογένεση του DME και το θεραπευτικό δυναμικό των αναστολέων καλλικρεΐνης στο πλάσμα. Αξιολογεί πρώιμες κλινικές μελέτες διαμόρφωσης του παθογεννούς μηχανισμού δράσης της καλλικρεΐνης στο πλάσμα για οίδημα διαβητικής ωχροπάθειας (ΟΔΟ), οι οποίες έχουν συσχετιστεί με κάποια βελτίωση στην οπτική οξύτητα αλλά με περιορισμένη βελτίωση στην εν λόγω πάθηση. Αυτή η ανασκόπηση επισημαίνει επίσης τη σημασία του παράγοντα KVD001, ο οποίος επιμηκίνει την πορεία ανάπτυξης της παθογένειας, ο παράγοντας THR-149 για τον οποίον ολοκληρώθηκε πρόσφατα μια μελέτη φάσης 1 και τη χορήγηση από του στόματος παραγόντων που βρίσκονται υπό ανάπτυξη.

ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Οι αναστολείς της καλλικρεΐνης του πλάσματος έχουν πιθανό ρόλο στη θεραπεία της νόσου ΟΔΟ, με μικτά λειτουργικά / ανατομικά αποτελέσματα σε επίπεδο πρώιμων κλινικών δοκιμών. Δεδομένης της μεγάλης ανεκπλήρωτης ανάγκης στη θεραπεία της νόσου ΟΔΟ, απαιτείται η διενέργεια περαιτέρω μελετών.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Απόφραξη κεντρικής αμφιβληστροειδικής φλέβας σε ασθενή με λοίμωξη COVID-19 ως υποθετική αιτιολογία

Walinjkar, J. A., Makhija, S. C., Sharma, H. R., Morekar, S. R., & Natarajan, S. (2020). Central retinal vein occlusion with COVID-19 infection as the presumptive etiology. Indian Journal of Ophthalmology68(11), 2572. doi: 10.4103/ijo.IJO_2575_20. 

Το θρομβοεμβολικό φαινόμενο που σχετίζεται με τη νόσο Coronavirus 2019 (COVID-19) έχει τεκμηριωθεί επαρκώς στη βιβλιογραφία. Ωστόσο, οι αναφερόμενες οφθαλμικές εκδηλώσεις του COVID-19 περιορίζονται σε οφθαλμικές καταστάσεις, όπως η επιπεφυκίτιδα, που δεν επιρεάζει την όραση. Αναφέρουμε μια περίπτωση μιας 17χρονης γυναίκας που παρουσίασε απόφραξη κεντρικής φλέβας του αμφιβληστροειδούς με αποδεδειγμένη πρόσφατη μόλυνση από το COVID-19 στο παρελθόν ως υποτιθέμενη αιτιολογία που δεν ήταν γνωστή κατά τη στιγμή της παρουσίασης.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Η μείωση σε μικρό χρονικό διάστημα των εξωτερικών τμημάτων των ραβδίων συνοδεύουν την καταστροφή των φωτοϋποδοχέων στη Χοροδεραιμία.

Meschede, I. P., Burgoyne, T., Tolmachova, T., Seabra, M. C., & Futter, C. E. (2020). Chronically shortened rod outer segments accompany photoreceptor cell death in Choroideremia. PloS one15(11), e0242284. doi: 10.1371/journal.pone.0242284.

Η Χοροδεραιμία που συνδέεται με το χρωμόσωμα του φύλου Χ (CHM) είναι μια ασθένεια που χαρακτηρίζεται από βαθμιαίο εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς που προκαλείται από απώλεια της πρωτεΐνης Rab Escort, REP1. Παρά τη μερική αντιστάθμιση από το REP2, η ασθένεια χαρακτηρίζεται από εμφάνιση ελαττώματων προνυλίωσης σε πολλά μέλη της οικογένειας των πρωτεινών Rab που είναι κύριοι ρυθμιστές της κυκλοφορίας των μεμβρανών. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο οφθαλμός είναι το μόνο όργανο που προσβάλλεται σε ασθενείς με χοριοδερμία, πιθανώς λόγω του τεράστιου φορτίου της μεμβράνης των μετα μιτωτικών φωτοϋποδοχέων, που συνθέτουν εξωτερικά τμήματα και του παρακείμενου του μελαχρουν επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς που υποβαθμίζει τα σχετικά τμήματα καθημερινώς.

Σε αυτήν τη μελέτη, στοχεύσαμε στον εντοπισμό μεταλλάξεων που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της κυκλοφορίας των μεμβρανών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θάνατο των φωτοϋποδοχέων. Σε ένα μοντέλο πειραματόζωων ετεροζυγώδους θηλυκού ποντικού που δεν έχει τη νόσο CHM (Chmnull / WT), ο εκφυλισμός του στρώματος των φωτοϋποδοχέων ήταν σαφώς εμφανής από αυξημένους αριθμούς θετικών κυττάρων TUNEL σε σύγκριση με μοντέλα πειραματόζωων που είχαν τη νόσο, μικρούς αριθμούς κυττάρων που εμφανίζουν σημάδια μιτοχονδριακού στρες και πολύ αυξημένη διήθηση μικρογλοίων. Ωστόσο, οι περισσότεροι φωτοϋποδοχείς ραβδίων εμφάνισαν εξαιρετικά φυσιολογική μορφολογία με καλά σχηματισμένα εξωτερικά τμήματα και χωρίς διακριτή συσσώρευση κυστιδίων μεταφοράς στο εσωτερικό τμήμα. Η κύρια ένδειξη βλαβών στην κυκλοφορία της μεμβράνης ήταν η έκπτωση των εξωτερικών τμημάτων των ραβδίων κυττάρων που ήταν εμφανής σε ηλικία 2 μηνών αλλά παρέμεινε σταθερή κατά την περίοδο κατά την οποία τα κύτταρα πεθαίνουν. Η μείωση της πυκνότητας της πρωτείνης ροδοψίνης που βρίσκεται στο εξωτερικό τμήμα μπορεί να υποκρύπτει την έκπτωση του εξωτερικού τμήματος των ραβδίων αλλά δεν οδηγεί σε συσσώρευση ροδοψίνης στο εσωτερικό τμήμα. Τα δεδομένα αυτά, είναι αντίθετα σε βλάβες του μηχανισμού μεταφοράς της ροδοψίνης ή στην ανανέωση του εξωτερικού τμήματος ως αιτίες κυτταρικού θανάτου των φωτουποδοχέων στη νόσο CHM.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Τεκμηρίωση για την επίδραση της δυσλειτουργίας συμπληρωμάτων στην εξωτερική στιβάδα του αμφιβληστροειδή σε οφθαλμούς που πάσχουν από τη νόσο stargardt 

Hu, J., Pauer, G. J., Hagstrom, S. A., Bok, D., DeBenedictis, M. J., Bonilha, V. L., … & Radu, R. A. (2020). Evidence of complement dysregulation in outer retina of Stargardt disease donor eyes. Redox biology37, 101787. doi: 10.1016/j.redox.2020.101787.

Ο εκφυλισμός της ωχράς κηλίδας τύπου Stargardt (νεανικός) (STGD) είναι μια ασθένεια που οδηγεί σε τύφλωση και προκαλείται από απώλεια ή δυσλειτουργία του γονιδίου ABCA4 τόσο σε φωτοϋποδοχείς όσο και σε επιθηλιακά κύτταρα του μελάχρουν επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (RPE). Η συσσώρευση τοξικών διιστινοειδών-λιποφουσίνης στα κύτταρα RPE είναι ένα παθολογικό σήμα κατατεθέν των ασθενών με STGD και του μοντέλου πειραματόζωου ποντικού ΑΒCΑ4. 

Αυτά τα φθοροφόρα στοιχεία που προέρχονται από τη βιταμίνη Α έχει αποδειχθεί ότι προκαλούν οξειδωτικό στρες, διεγείρουν τη δραστηριότητα του συμπληρώματος και προκαλούν χρόνια φλεγμονή του μελάχρουν επιθηλίου. Η διαμόρφωση σε κλινικό επίπεδο (in vivo) της ρυθμιστικής οδού που λειτουργεί το συμπλήρωμα στο μοντέλο πειραματόζωου ποντικού με νόσο Strargard έχει διασώσει μερικώς τον φαινότυπο με νόσο Stargardt   υποδηλώνοντας ότι η επίθεση συμπληρώματος στο RPE είναι ένας σημαντικός αιτιολογικός παράγοντας στην παθογένεση της νόσου. Ενώ η εξαρτώμενη από τα διμερή ρετινοειδή ενεργοποίηση συμπληρώματος διατροφής, τεκμηριώθηκε περαιτέρω σε καλλιεργημένα κύτταρα RPE, αυτή η οδός δεν έχει διερευνηθεί ποτέ άμεσα στα κύτταρα του RPE από τoυς οφθαλμούς που πάσχουν από νόσο Stargardt. 

Στην τρέχουσα μελέτη, αξιολογήθηκε η αντιδραστικότητα του συμπληρώματος στους οφθαλμούς μετά τη κλινική διάγνωση ασθενών με STGD. Και οι τρεις οφθαλμοί των ασθεών με STGD στον μελάχρουν επιθήλιο εμφάνισαν ισχυρή ανοσοαντιδραστικότητα για ένα αντίσωμα ειδικό για το 4-Hydroxynonenal, ένα υποπροϊόν υπεροξείδωσης των λιπιδίων. Επίσης, σε αντίθεση με τους οφθαλμούς ελέγχου, και οι τρεις οφθαλμοί ασθενών με νόσο Stargartd εμφάνισαν σημαντικά αυξημένη εναπόθεση συμπλόκου μεμβράνης επί των κυττάρων RPE. Σε οφθαλμούς με τη νόσο αυτή, η αυξημένη συσσώρευση MAC αντικατοπτρίστηκε από την παρουσία διάσπαρτων εστιών C3 που ενσωματώθηκαν από το μελάχρον επιθήλιο και αντιστρόφως συσχετίστηκαν με τα επίπεδα του παράγοντα συμπληρώματος Η, μιας κύριας ρυθμιστικής πρωτεΐνης του συμπληρώματος. Εδώ, αναφέρονται οι πρώτες άμεσες ενδείξεις για τη ρύθμιση του συμπληρώματος που επιδρά στο RPE ως αιτιολογικός παράγοντας στην ανάπτυξη του φαινοτύπου της νόσου Stargardt.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Είναι οι γάμοι μεταξύ συγγενικών προσώπων που ευθύνονται για το σύνδρομο Usher τύπου 1, μια σπάνια ασθένεια στο Πακιστάν;

Awan, A. I., Raffay, E. A., Liaqat, A., Hassan, T., & Khan, M. (2020). Are Consanguineous Marriages to Blame for Usher Syndrome Type 1, a Rare Disease in Pakistan?. Cureus12(10). doi: 10.7759/cureus.11117.

Το σύνδρομο Usher τύπου Ι είναι μια σπάνια γενετική αυτοσωμική υπολειπόμενη ασθένεια που προκαλείται από μεταλλάξεις σε συγκεκριμένα γονίδια που παρέχουν οδηγίες για την παραγωγή πρωτεϊνών που εμπλέκονται επίδραση της φυσιολογικής ακοής, όραση και ισορροπία. Χαρακτηρίζεται από προβλήματα ακοής λόγω της αδυναμίας των ακουστικών νεύρων να στέλνουν αισθητήρια ερεθίσματα στον εγκέφαλο που οδηγεί σε απώλεια ακοής μαζί με αμφιβληστροειδοπάθεια (RP), η οποία είναι ένας προοδευτικός, διμερής, συμμετρικός εκφυλισμός του αμφιβληστροειδούς που περιλαμβάνει την καταστροφή των φωτοϋποδοχέων κυττάρων. 

Αναφέρουμε έναν 32χρονο άνδρα ασθενή που μας παρουσίασε παράπονα νυχτερινής τύφλωσης και προοδευτικής απώλειας όρασης τα τελευταία 20 χρόνια. Είχε διμερή απώλεια ακοής που οδήγησε σε κώφωση. Επιπλέον, τα αναπτυξιακά ορόσημά του καθυστέρησαν. Τα βυθοσκοπικά ευρήματά του ήταν σύμφωνα με τη μελαχρωστική αμφιβλ/παθεια και η ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημά του επιβεβαίωσε τη μειωμένη δραστηριότητα του αμφιβληστροειδούς. Η καθαρή ακουστική μέτρηση επιβεβαίωσε τη διμερή αισθητηριακή νευρική απώλεια ακοής. Η μητέρα του ήταν μια γνωστή περίπτωση του συνδρόμου Usher τύπου 1. Το οικογενειακό του ιστορικό ήταν αξιοσημείωτο για πολλαπλούς γάμους τόσο στις πατρικές όσο και στις μητρικές οικογένειές του και υπήρχε μια επιβεβαιωμένη διάγνωση του συνδρόμου Usher στον θείο από την πλευρά του πατέρα. Ο ασθενής δοκιμάστηκε με ακουστικά βαρηκοΐας και φαρμακευτική αγωγή με βιταμίνη Α, αλλά με ελάχιστη βελτίωση στη συνολική του κατάσταση. 

Προσαρμόστηκε μια διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία περιελάμβανε έναν ωριλά και έναν λογοθεραπευτή για να βοηθήσει τον ασθενή. Οι πρώιμοι γενετικοί έλεγχοι μπορούν να βοηθήσουν στη διάγνωση τέτοιων περιπτώσεων στα αρχικά του στάδια και η γενετική συμβουλευτική σχετικά με τις επιβλαβείς επιπτώσεις των γάμων μεταξύ συγγενικών προσώπων μπορεί να διαδραματίσει πολύ θετικό ρόλο στις γενετικές ασθένειες, ειδικά σε αυτές με αυτοσωματικά υπολειπόμενα κληρονομικά πρότυπα.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Είναι ο οφθαλμός ένα παράθυρο στον εγκέφαλο για το σύνδρομο Sanfilippo;

Beard, H., Chidlow, G., Neumann, D., Nazri, N., Douglass, M., Trim, P. J., … & Hemsley, K. M. (2020). Is the eye a window to the brain in Sanfilippo syndrome?. Acta neuropathologica communications8(1), 1-16. doi: 10.1186/s40478-020-01070-w.

Το σύνδρομο Sanfilippo είναι μια μη θεραπεύσιμη μορφή άνοιας με έναρξη στην παιδική ηλικία. Ενώ αρκετές θεραπευτικές στρατηγικές αξιολογούνται σε κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων σε κλινικό επίπεδο τη διοχέτευση γονιδιακής θεραπείας με χρήση αδενοϊων AAV9, μια επείγουσα ανεκπλήρωτη ανάγκη είναι η διαθεσιμότητα μη επεμβατικών, ποσοτικών μετρήσεων του νευροεκφυλισμού. Υποθέτουμε ότι ως μέρος του κεντρικού νευρικού συστήματος, ο αμφιβληστροειδής μπορεί να παρέχει ένα παράθυρο μέσω του οποίου «οπτικοποιεί» τις εκφυλιστικές βλάβες στον εγκέφαλο και τη βελτίωση αυτών μετά τη θεραπεία. Αυτό εξαρτάται από την ηλικία έναρξης της νόσου και ος βαθμό εξέλιξης της νόσου είναι ισοδύναμος στον αμφιβληστροειδή και στον εγκέφαλο. 

Για πρώτη φορά αξιολογήθηκε παράλληλα, η φύση, η ηλικία έναρξης και ο ρυθμός εκφύλισης του αμφιβληστροειδούς και του εγκεφάλου σε ένα μοντέλο ποντικού με σύνδρομο Sanfilippo. Σημαντική συσσώρευση θειικής ηπαρίνης και επέκταση του ενδο / λυσοσωμικού συστήματος παρατηρήθηκε τόσο στον αμφιβληστροειδή όσο και στον εγκέφαλο προ-συμπτωματικά (ηλικίας 3 εβδομάδων). Ισχυρή και πρώιμη ενεργοποίηση των μικρο- και μακρογλοίων παρατηρήθηκε επίσης και στους δύο ιστούς. Υπήρξε σημαντική αραίωση του αμφιβληστροειδούς και απώλεια φωτοϋποδοχέων ραβδίων και και κωνίων έως την ηλικία των 12 εβδομάδων, μια εποχή κατά την οποία παρατηρούνται συμπτώματα γνωστικών διαταραχών. Η ενδοφλέβια χορήγηση ενός κλινικώς σχετικού μεταφορέα αδενοϊού AAV9 – ανθρώπινης σουλφαμιδάσης σε νεογνά ποντίκια απέτρεψε την εμφάνιση αλλοιώσεων της νόσου στον αμφιβληστροειδή και στις περισσότερες περιοχές του εγκεφάλου, όταν αξιολογήθηκαν 6 εβδομάδες αργότερα. 

Συλλογικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την προηγουμένως μη αναγνωρισμένη πρώιμη και σημαντική συμμετοχή του αμφιβληστροειδούς στη διαδικασία εξέλιξης της νόσου Sanfilippo, βλάβες που μπορούν να αποφευχθούν με νεογνική θεραπεία με AAV9-σουλφαμιδάση.  Κρίσιμα είναι τα δεδομένα που δείχνουν για πρώτη φορά ότι η πρόοδος της νόσου του αμφιβληστροειδούς συμπίπτει με αυτήν που εμφανίζεται στον εγκέφαλο στο σύνδρομο Sanfilippo, έτσι ο αμφιβληστροειδής μπορεί να παρέχει έναν εύκολα προσβάσιμο νευρικό ιστό μέσω του οποίου μπορεί να παρακολουθείται η ανάπτυξη της εγκεφαλικής νόσου και η βελτίωση της με τη θεραπεία.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Μια δίαιτα κετογόνου και χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες επιβραδύνει τον εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς σε πειραματόζωα ποντίκια rd10.

Ryals, R. C., Huang, S. J., Wafai, D., Bernert, C., Steele, W., Six, M., … & Pennesi, M. E. (2020). A ketogenic & low-protein diet slows retinal degeneration in rd10 mice. Translational vision science & technology9(11), 18-18. doi: 10.1167/tvst.9.11.18.

ΣΚΟΠΟΣ

Θεραπείες που καθυστερούν την καταστροφή των κυττάρων του αμφιβληστροειδούς, ανεξάρτητα από τη γενετική αιτία, χρειάζονται για ασθενείς με κληρονομικές εκφυλιστηκές παθησεις του αμφιβληστροειδούς (IRD). Η κετογονική δίαιτα είναι μια δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, χαμηλών υδατανθράκων, που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της επιληψίας και έχει ευεργετικά αποτελέσματα για νευροεκφυλιστικές ασθένειες. Αυτή η μελέτη στόχευε να προσδιορίσει εάν η κετογονική δίαιτα θα μπορούσε να επιβραδύνει τον εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς. 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Νεαρά απογαλακτισμένα πειραματόζωα μοντέλα ποντικών, rd10 και άγριου τύπου (WT) εισήχθησαν σε χορήγηση δίετας είτε τυπική chow, σε κετογόνο δίαιτα ή σε δίαιτα κετογόνου και χαμηλής πρωτεΐνης. Στη πρώτη ημέρα μετά τη γέννησή τους (PD) και για 23 έως 50 ημέρες, καταγράφηκαν τα επίπεδα β και υδροξυβουτυρικού βάρους και αίματος. Το πάχος του αμφιβληστροειδούς, η λειτουργία του αμφιβληστροειδούς και η οπτική απόδοση μετρήθηκαν μέσω της τομογραφίας οπτικής συνοχής, του ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφήματος και της οπτικοκινητικής παρακολούθησης (ΟΚΤ). Στην ημέρα 40, μετρήθηκε η έκφραση αλβουμίνης ορού, της πρωτεΐνης ροδοψίνης και γονιδίου φωτομετατροπής. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Και οι δύο κετογονικές δίαιτες προκάλεσαν συστηματική κέτωσης. Ωστόσο, τα ποντίκια rd10 στην δίαιτα κετογόνου και χαμηλής πρωτεΐνης είχαν σημαντικές αυξήσεις στο πάχος των φωτοϋποδοχέων κυττάρων, στο εύρος ERG και στα όρια της οπτικοκινητικής παρακολούθησης, ενώ τα ποντίκια rd10 στην κετογονική δίαιτα δεν έδειξαν διατήρηση φωτοϋποδοχέα. Και στα ποντίκια rd10 και τα άγριου τύπου, η δίαιτα κετογόνου και χαμηλής πρωτεΐνης συσχετίστηκε με ανώμαλη αύξηση βάρους και μειώσεις στα επίπεδα αλβουμίνης ορού, 27% και 56%, αντίστοιχα. Στα ποντίκια αγριου, η δίαιτα κετογόνου και χαμηλής πρωτεΐνης συσχετίστηκε επίσης με μείωση κατά 20% έως 30% στο εύρος ERG. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η κετογονική και χαμηλή σε πρωτεΐνη δίαιτα επιβράδυνε τον εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς σε ένα κλινικά σχετικό μοντέλο πειραματιζόων ποντικών IRD. Σε ποντίκια άργιου τύπου, η δίαιτα κετογόνου και χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες συσχετίστηκε με μείωση της φωτομετατροπής και της αλβουμίνης ορού, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως προστατευτικός μηχανισμός στο μοντέλο πειραματόζωου rd10. Αν και η κέτωση συσχετίστηκε με την προστασία, ο ρόλος της παραμένει ασαφής. 

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Διερεύνηση και αποκατάσταση της δραστηριότητας του γονιδίου BEST1 στο μελάχρουν επιθήλιο (RPE) που προέρχονται από ασθενείς με κυρίαρχες μεταλλάξεις.

Ji, C., Li, Y., Kittredge, A., Hopiavuori, A., Ward, N., Yao, P., … & Yang, T. (2019). investigation and Restoration of BEST1 Activity in Patient-derived Rpes with Dominant Mutations. Scientific reports9(1), 1-13. doi: 10.1038/s41598-019-54892-7.

Το γονίδιο BEST1 είναι ένα κανάλι Cl-ενεργοποιημένο με Ca2 + που εκφράζεται κυρίως στο μελάχρουν επιθήλιο του αμφιβληστροειδούς (RPE) και έχουν αναγνωριστεί πάνω από 250 γενετικές μεταλλάξεις στο γονίδιο BEST1 που προκαλούν εκφυλιστικές διαταραχές του αμφιβληστροειδούς που είναι γενικά γνωστές ως δυστροφίες BEST. Δεδομένου ότι οι περισσότερες μεταλλάξεις BEST1 μεταβιβάζονται με τον αυτοσωματικό κυρίαρχο τρόπο, έχει μεγάλο βιοϊατρικό ενδιαφέρον να προσδιοριστούν οι μηχανισμοί που προκαλούν τις ασθένειες και το θεραπευτικό δυναμικό της γονιδιακής θεραπείας. Εδώ, χαρακτηρίστηκαν έξι βιτλομορφικές δυστροφίες αλλοίωσης της ωχράς κηλίδας (BVMD) που σχετίζονται με τις επικρατέστερες μεταλλάξεις του γονιδίου BEST1, τεκμηριώνοντας τους φαινοτύπους των ασθενών, εξετάζοντας τον υποκυτταρικό εντοπισμό ενδογενών μεταλλάξεων του BEST1 που είναι συναρτώμενος με τη συγκέντρωση επιφανειακών πεδίων Ca2 + (υπερασβεστίωση) στο μελάχρουν επιθήλιο, που προέρχονται από τον ασθενή και αναλύοντας τις λειτουργικές επιδράσεις αυτών των μεταλλάξεων στο BEST1 σε κύτταρα ΗΕΚ293. Βρέθηκε ότι και οι έξι μεταλλάξεις εκφράζονται με απώλεια λειτουργίας με διαφορετικά επίπεδα και τύπους ελλείψεων, και έδειξαν περαιτέρω την αποκατάσταση των πεδίων συγκέντρωσης Ca2+ C1 σε κύτταρα της επιφάνειας του μαλάχρουν επιθηλίου, που βρέθηκαν σε ασθενείς που δέχτηκαν γονιδιακή θεραπεία με WT BEST1, διορθωτική του γονιδίου. Είναι σημαντικό ότι οι κληρονομούμενες με κυρίαρχο και υπολειπόμενο τρόπο μεταλλάξεις του BEST1 μπορούν να διατηρηθούν σε παρόμοια αποτελεσματικότητα μέσω της αύξησης των γονιδίων χρήση αδενοϊών, παρέχοντας μια απόδειξη της ιδέας για τη γονιδιακή θεραπεία της συντριπτικής πλειοψηφίας των δυστροφιών BEST.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Γενετικός έλεγχος που οδηγεί στην έγκαιρη αναγνώριση των παιδικών οφθαλμικών εκδηλώσεων του συνδρόμου Usher.

Brodie, K. D., Moore, A. T., Slavotinek, A. M., Meyer, A. K., Nadaraja, G. S., Conrad, D. E., … & Chan, D. K. (2020). Genetic Testing Leading to Early Identification of Childhood Ocular Manifestations of Usher Syndrome. The Laryngoscope. doi: 10.1002/lary.29193.

ΣΤΟΧΟΙ

Ο έλεγχος των γονιδίων σε ασθενείς που έχουν απώλεια ακοής (HLGPT) είναι όλο και πιο προσβάσιμος ως δοκιμασία πρώτης γραμμής για τον προσδιορισμό της αιτιολογίας της αισθητηριακής απώλειας ακοής (SNHL) στα παιδιά. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του HLGPT είναι η έγκαιρη αναγνώριση των συνδρομικών μορφών του SNHL, ειδικά του συνδρόμου Usher, πριν από την ανάπτυξη ενός κλινικά εμφανούς συνδρόμου (φαινοτύπου), που μπορεί να επηρεάσει τη διαχείριση και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Εδώ, περιγράφονται πρώιμα οφθαλμικά ευρήματα σε παιδιά με κλινικά μη συνδρομικές μορφές παθήσεων απώλειας ακοής, που ταυτοποιήθηκαν γονιδιακά με τη μέθοδο HLGPT και που ταυτοποιήθηκαν ότι έχουν δύο παραλλαγές που σχετίζονται με το σύνδρομο Usher. 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Συνολικά 184 παιδιά, ηλικίας 1 μήνα – 15 ετών, αξιολογήθηκαν σε ένα τριτοβάθμιο παιδιατρικό νοσοκομείο για κλινικά μη-συνδρομική αισθητηριακή αώλεια ακοής, υποβλήθηκαν σε δοκιμασία αλληλούχισης επόμενης γενιάς για ανίχνευση 150 γονιδίων που εμπλέκονται στην απώλεια ακοής. Τα παιδιά με δύο παραλλαγές σε γονίδια που σχετίζονται με το σύνδρομο Usher παραπέμφθηκαν για παιδιατρική οφθαλμολογική αξιολόγηση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά 18/184 παιδιά που ελέγχθηκαν είχαν μεταλλάξεις δύο τύπων στα γονίδια που σχετίζονται με το σύνδρομο Usher, συμπεριλαμβανομένων των MYO7A, GPR98 (ADGRV1), USH2A και PDZD7. Το SNHL ποικίλλει από μέτρια έως βαθιά. Το 29% των παιδιών που υποβλήθηκαν σε κλινική αξιολόγηση οφθαλμολογίας βρέθηκε ότι είχαν προηγουμένως μη αναγνωρισμένες ανωμαλίες του αμφιβληστροειδούς στην απεικόνιση του αμφιβληστροειδούς ή στην ηλεκτρορετινογραφία σύμφωνα με τον κληρονομικό εκφυλισμό του αμφιβληστροειδούς.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Μεταξύ αυτού του εθνικά και φυλετικά διαφορετικού παιδιατρικού πληθυσμού που φαινομενικά δεν είχα συνδρομική αισθητηριακή απώλεια ακοής, ο γονιδικός έλεγχος με τη μέθοδο HLGPT ανίχνευσε σε ένα υψηλό ποσοστό (10%) των  παιδιών παιδιών τη παρουσία μεταλλάξεων δύο τύπων σε γονίδια που σχετίζονται με το σύνδρομο Usher. Ο πρώιμος γενετικός έλεγχος επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση μεταλλάξεων που παρέχουν διάγνωση του συνδρόμου Usher σε ένα στάδιο πριν από την εμφάνιση οπτικών συμπτώματα. Αυτό επιτρέπει την ανάπτυξη μιας πιο τεκμηριωμένης γενετική συμβουλευτική, οικογενειακό προγραμματισμό και παρεμβάσεις αισθητηρίου ελλείμματος. 

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Γενετικοί παράγοντες που σχετίζονται με την ανταπόκριση στην απαραίτητη θεραπεία με aflibercept για την τυπική νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας (ΝΗΕΩΚ) και την πολυποειδή χοριοειδική αγγειοπάθεια.

Yoneyama, S., Sakurada, Y., Kikushima, W., Sugiyama, A., Matsubara, M., Fukuda, Y., … & Iijima, H. (2020). Genetic factors associated with response to as-needed aflibercept therapy for typical neovascular age-related macular degeneration and polypoidal choroidal vasculopathy. Scientific reports10(1), 1-7. doi: 10.1038/s41598-020-64301-z.

Στην παρούσα μελέτη, διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ ευαίσθητων γενετικών μεταλλάξεων στη νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας (ΝΗΕΩΚ) και την ανταπόκριση στη θεραπεία με χρήση ενδοϋαλώεδικής έγχυσης του θεραπευτικού παράγοντα aflibercept για την αντιμετώπση της εξιδρωματικής εκφύλισης ωχράς (ΣΗΕΩ), συμπεριλαμβανομένης τόσο της τυπικής νεοαγγειακής AMD όσο και της πολυειδούς χοριοειδούς αγγειοπάθειας (PCV) για περίοδο άνω των 12 μηνών. 

Συνολικά, 234 ασθενείς με εξιδρωματική ηλικιακή εκφύλιση ωχράς AMD υποβλήθηκαν αρχικά σε θεραπεία 3 μηνών με ενέσιμη έγχυση  του θεραπευτικού παράγοντα aflibercept και στη συνέχεια, όπως ήταν απαραίτητο, συνέχισαν την έγχυση για 12 μήνες. Επτά μεταλλάξεις 6 γονιδίων συμπεριλαμβανομένων των ARMS2 A69S (rs10490924), CFH (I62V: rs800292 and rs1329428), C2-CFB-SKIV2L (rs429608), C3 (rs2241394), CETP (rs3764261) και ADAMTS-9 (r67) ταυτοποιήθηκαν γενετικά για όλους τους συμμετέχοντες χρησιμοποιόντας την τεχνολογία TaqMan. Μετά την προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο, τη βασική βέλτιστη δίορθωση οπτικής οξύτητας, και τις υποκατηγορίες AMD, το αλληλόμορφο Α (προστατευτικό) του C2-CFB-SKIV2L rs429608 συσχετίστηκε με οπτική βελτίωση στους 12 μήνες (P = 0,003). Η επανεπεξεργασία συσχετίστηκε με αλληλόμορφο Τ (κινδύνου) του ARMS2 A69S (P = 2,0 × 10-4, λόγος κινδύνου: 2,18: 95% CI: 1,47-3,24) και του αλληλόμορφου C (κινδύνου) του CFH rs1329428 (P = 2,0 × 10- 3; λόγος κινδύνου: 1,74: 95% CI: 1,16-2,59) μετά την προσαρμογή συγχυτικών. Η ανάγκη για διενέργεια πρόσθετων ενέσεων συσχετίστηκε επίσης με το αλληλόμορφο Τ του ARMS2 A69S (P = 1,0 × 10-5) και το αλληλόμορφο C του CFH rs1329428 (P = 3,0 × 10-3) μετά την προσαρμογή συγχετικών παραγόντων. Οι παραλλαγές των ARMS2 και CFH αξιοποιούνται ώστε να ενημερώσουν τόσο για τους ιατρούς όσο και τους ασθενείς για να προβλέψουν την υποτροπή και να ποσοτικοποιήσουν την ανάγκη για τη χορήγηση πρόσθετων ενέσεων.

Πίσω στα Περιεχόμενα

  1. Κατά τη διάρκεια ζωής αποτελέσμα των αυξητικών παραγότων αντι-αγγειακής ενδοθηλίωσης για την ανάπτυξη της νεοαγγειακής ηλικιακής εκφύλησης της ωχράς κηλίδας (ΝΗΕΩΚ)

Finger, R. P., Puth, M. T., Schmid, M., Barthelmes, D., Guymer, R. H., & Gillies, M. (2020). Lifetime Outcomes of Anti–Vascular Endothelial Growth Factor Treatment for Neovascular Age-Related Macular Degeneration. JAMA ophthalmology138(12), 1234-1240. doi: 10.1001/jamaophthalmol.2020.3989.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (nAMD – ΝΗΕΩΚ), είναι η μεγαλύτερη μεμονωμένη αιτία μη αναστρέψιμης σοβαρής απώλειας της όρασης σε χώρες με υψηλό εισόδημα, μπορεί τώρα να αντιμετωπιστεί με αναστολείς του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (VEGF), αλλά γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροπρόθεσμα δεδομένα κατά τη διάρκεια ζωής των ασθενών.

ΣΤΟΧΟΣ

Προσδιορισμός των αποτελεσμάτων μέτρησης της οπτικής οξύτητας (VA), της θεραπείας κατά των αγγειακών ενδοθηλιακώ παραγόντων (VEGF) για τη νόσο της νεοαγγειακής ηλικιακής εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (nAMD – ΝΗΕΩΚ) και στους δύο οφθαλμούς για την υπολειπόμενη διάρκεια ζωής των ασθενών. 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ

Μοντελοποίηση πολλαπλών σταδίων που χρησιμοποιούν δεδομένα κοόρτης σε πραγματικό πληθυσμό 3192 ασθενών με με νόσο ΝΗΕΩΚ (με διενέργεια πάνω από 67000 επισκέψεων) που υποβλήθηκαν σε θεραπεία σε σε οφθαλμολογικές κλινικές στην Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και την Ελβετία. Τα δεδομένα αναλύθηκαν μεταξύ των ετών 2007 έως 2015. 

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Ενδοϋαλωδική θεραπεία με αντιαγγειακούς παράγοντες σύμφωνα με τη διακριτική ευχέρεια του θεράποντος ιατρού και προοπτική συλλογή δεδομένων σε τυποποιημένο μητρώο. 

ΚΥΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Οπτική οξύτητα και στα δύο μάτια κατά την υπόλοιπη διάρκεια ζωής. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Για τη μέση υπολοιπώμενη διάρκεια ζωής (των ασθενών) που ήταν 11 έτη, εκτιμάται ότι το 12% (n = 371, 95% CI, 345-400) του δείγματος διατήρησε οπτική οξύτητα για να οδηγούν όχημα VA και περίπου 15% (n = 463, 95% CI, 434- 495) είχαν οπτική οξύτητα για ανάγνωση τουλάχιστον από τον ένα μάτι. Εκείνη την περίοδο, εκτιμάται ότι το 82% του δείγματος (n = 2629, 95% CI, 2590-2660) είχε διακόψει την παρακολούθηση. Η χαμηλότερη ηλικία των ασθενών κατά την έναρξη και περισσότερες ενέσεις κατά το πρώτο έτος της θεραπείας συσχετίστηκαν με καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ

Η θεραπεία με αντιαγγειακούς παράγοντες συσχετίστηκε με τη διατήρηση χρήσιμης οπτικής οξύτητας σε σχεδόν 20% των ασθενών κατά τη διάρκεια του μέσου όρου ζωής τους. Περισσότερο από το 80% των ασθενών θα σταματήσουν τη θεραπεία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έχοντας πιθανώς βιώσει εκ των προτέρων επιδείνωση της όρασης. Αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα σε σύγκριση με τα αποτελέσματα χωρίς παρέμβαση, τα οποία οδηγούν σε νομική τυφλώτητα εντός 3 ετών από την έναρξη της νόσου στο 80% των ατόμων που έχουν προσβληθεί. Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη ανάπτυξης πολιτικών παροχής υπηρεσιών σε επίπεδο δημόσιας υγείας για παροχή θεραπείας με χρήση αντιαγγειακών παραγόντων σε άτομα που έχουν ανάγκη.

Πίσω στα Περιεχόμενα